Η καραφλή Σάγια και άλλες ιστορίες...
Στην τάξη μας γράψαμε μικρές ιστοριούλες , με αφορμή το λεξιλόγιο κάποιων μαθημάτων της Γλώσσας. Μέσα σ' αυτές, θα ανακαλύψετε τα συμμαθητούδια τους, τα οποία - με τρυφερότητα- σατιρίσαμε! Νομίζω ότι τα ξεφτέρια μας είχαν εμπνευσμένες ιδέες. Για να δούμε , θα συμφωνήσετε ;
" Η Σάντυ βαριέται να διαβάσει..."
Η Σάντυ – η Κυριακή, ντε! – πάντα βαριέται το διάβασμα! Δεν κουνάει ούτε το μικρό της δαχτυλάκι. Υπόσχεται να γίνει άριστη! «Πολλή βουή στο μύλο μας μα τ’ αλευράκι λίγο» , την ειρωνεύεται ο αδερφός της ο George. Φέτος , της έτυχε ένας δάσκαλος… λίγο στριμμένος – εεε… πιεστικός, ηθελα να πω! Όμως, «όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντα αλέθει». Θα εξακολουθήσει το καθισιόοο! Σπάνια, λύνει τις πράξεις με το κομπιουτεράκι. Ακόμα κι αυτό την πιέζει τόσο πολύ, «που είναι σαν το σπυρί σιτάρι ανάμεσα στις μυλόπετρες».
Η ΚΑΡΑΦΛΗ ΣΑΓΙΑ
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα δάσος του Ολύμπου κοντά στο Λιτόχωρο, ζούσε η οικογένεια του Πέτρου Δικεφαλόπουλου με τα τέσσερα παιδιά του: τον Λάζο, τον Χόρχε, τον Σπάιρους και την Σάγια. Φιλοξενούσαν και την Μαριάννα Αλεπουδέλη. Τότε , ο Κωνσταντίνος Κακολύκος ράντισε τα μαλλιά της Σάγιας με βενζίνη και τους έβαλε φωτιά. Στη συνέχεια, αυτή άρχισε να τρέχει , οπότε έπεφταν σπίθες στα πεσμένα φύλλα. Ύστερα από λίγο ξεκίνησε πυρκαγιά σε όλο το δάσος. Μετά, ο Πέτρος κάλεσε την Πυροσβεστική. Ήρθαν τα ξαδέρφια του: ο Γλυκογιώργος και ο Αχιλλέας Δικεφαλόπουλος. Αμέσως πήραν τον πυροσβεστήρα. Καψαλίστηκαν τα φτερά τους (κι από τότε δεν μπορούν να παίξουν μπάλα) , αλλά τελικά έσβησαν τη φωτιά. Συνέλαβαν τον Κακολύκο τον εμπρηστή. Όσο για τη Σάγια, έπεσε στο ποτάμι για να σβήσει τη φωτιά, πήγε στα Επείγοντα και γύρισε στο σχολείο καραφλή! Και ζήσαν αυτοί καλά, εμείς καλύτερα και η Σάγια χειρότερα…
Τελικά, είναι κακό να ζεις... "λάθρα» ;
Ο κ. Σπύρακλας συνηθίζει να ζει «λάθρα». Διαπράττει λαθροχειρία, κλέβοντας τα διαμάντια της πριγκίπισσας Αννιούσκας. Μετά, κάνει λαθρεμπόριο, πουλώντας τα στον κλεπταποδόχο Τζώνυ! Είναι λαθραναγνώστης της βιβλιοθήκης του Λονδίνου. Άμα του αρέσει κάποιο βιβλίο, το κρύβει στο παλτό του. Κάθε καλοκαίρι πηγαίνει στη Σαντορίνη ως λαθρεπιβάτης , παρέα με μερικούς λαθρομετανάστες μουσικούς. Μια χαρά περνάει ! Μωρέ… μήπως είναι καλύτερα να ζεις «λάθρα» ;
" Ο Αναστάσης στο οικοτροφείο".
Ο Αναστάσης ήταν πολύ φασαριόζος. Γι’ αυτό οι γονείς του τον έκλεισαν σε οικοτροφείο. Οικοδέσποινα εκεί ήταν η κ. Σοφία Παντελόνη. Εκεί ο φίλος μας δεν περνούσε καλά, γιατί τον έβαζαν να καθαρίζει το οικόπεδο από τα … λιπάσματα! Στην οικογένειά του, ήταν όλα ήσυχα. Είχαν αφιερωθεί στην παραγωγή κομπόστας και μαρμελάδας, στην οικοτεχνία τους. Στο μεταξύ, η κ. Παντελόνη «είχε στρώσει» τον Αναστάση στην οικοδομή. Εκτός αυτού, κάθε μέρα γυάλιζε το οικόσημο : γύρω γύρω κόκκινο και στη μέση το οικοσύστημα της Αφρικής, με ένα λιοντάρι να καταπίνει τον Κωνσταντίνο, τον γιο της κ. Παντελόνη, η οποία τον μισούσε!...
« Ο Ρομπέν των δασών στον πόλεμο του 40».
Το 1940 ήρθε στα βουνά της Πίνδου ο τοξοβόλος Ρομπέν από το Νότιγχαμ. Είδε ότι οι Έλληνες δυσκολεύονταν με το χειμερινό κρύο περιβάλλον. Τους έδωσε ζεστή σοκολάτα με μια στάλα ουίσκι ! Ύστερα άρχισε να ρίχνει βέλη με φλεγόμενη πίτσα στους Ιταλούς. Αυτοί θύμωσαν με τη μόλυνση και κάλεσαν περιβαλλοντολόγο, τον κ. Johny Stef. Τους είπε να σταματήσουν τις βολές και να μαζέψουν τα βλήματα/ πίτσες. Από το άχτι τους, όμως, άρχισαν να πετούν στους Έλληνες βόλους από φασόλια. Αυτοί , βέβαια, θα προτιμούσαν πιτόγυρα. Ήταν μια νόστιμη μάχη!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου